Εγχειρίδιο μνημών του γερού μπιλοταδόρου
| Tweet |
|
|
Είναι που ο κάθε τόπος, μικρός για μεγάλος, έχει τον κρυφό του, καθημερινό ήρωα, εκείνον που ενώ μας προσπερνά, δεν τον μυρίζεται, ούτε και τον επαίρνει χαμπάρι κανένας, όμως αν κοιτάξεις βαθειά, ευθεία μέσα στα μάτια του, θαρρείς πως ξανοίεις μέσα τους, όχι χρώματα, μήτε μικρές, κόκκινες σαν φίδια, φλέβες, αλλά τοπία, κινούμενες σαν θάλασσα εικόνες, που σου θυμίζουν κάτι από τόπους που περπάτησες, αλλά ούτε που πίστευες πως θα αντικρύσεις τέτοια χαράγματα, μέσα σε ανθρώπους.
Ακόμα θυμάται η Μαργαρίτα, την παραγεμισμένη με ψαρικά σύνεργα βαλίτσα, όχι, δεν ήταν, ούτε και έγινε ποτέ σοβαρός ψαράς, ο Γιώργος της.
Είναι η λατρεία για την Αμμοπή και την γαλήνια σαν μια κόλλα χαρτί, θάλασσα, που τον έκαμε να παλεύει και με την αρμύρα, αρκεί να στέκει κοντά της.
Όταν σχεδίαζε το ταξίδι για το νησί, την Κάρπαθο, αγόρασε τους νυχοκόπτες δωδεκάδες, παντού έκρυβε κι από έναν. Είναι το καλύτερο εργαλείο για τις Δράκαινες, τα ψάρια με τα επτά δηλητηριώδη αγκάθια. Πέντε στην ράχη και από ένα στα πλευρά.
Μαύρη σου μοίρα, αν τύχει και πιαστείς πάνω στα κεντιά της.
Ο Γιώργος Χατζηδάκης, φέρνει πίσω τις ήσυχες μέρες στην Αμμοπή, θυμάται, τότε που δεν ήταν περαστικός τουρίστας, αλλά ένας από τους μόνιμους κατοίκους και τον γνώριζε κάθε σφάκα και κάθε ασπάλαθος, από τα γύρω παρατημένα χωράφια.
Γεννημένος στις Μενετές στα 1939, με τον Μενεδιάτη μα ξενιτεμένο, αμερικάνο, πατέρα πήρε αυτόματα την ξένη υπηκοότητα, που τον ακολουθεί ακόμα.
Στα πρώτα φτωχά και κατακτημένα χρόνια, από τον άξονα, η μοίρα τους βρήκε να επιτάσσουν το πατρικό οι Γερμανοί.
Το μεγάλο, κανακαρίστικο σπίτι, κοντά στην πλατεία, έγινε αποθήκη και φούρνος των Γερμανών, οι Ιταλοί φόρτωναν με πανιώτες και πανίνα, το μικρό Γιώργη, θυμάται, όπως όλοι στους μικρούς τόπους, δεν ήταν η πείνα που καθόριζε τους χτύπους της καρδιάς.
Ένα παιδί μέσα στις προετοιμασίες και τελικά στον ξεσηκωμό, εκείνο τον Οκτώβρη στα 1944, ο Γιώργος, έβλεπε όπως όλα τα μικρά, μα δεν έμεναν στην μνήμη πάρα μόνο τα σκληρά, οι εικόνες σαν το κουβάλημα του άψυχου σώματος του μοναδικού νεκρού την ημέρα του ξεσηκωμού, του Μενετιάτη Μ. Βιτωρούλη, στέκονται, χοροπηδούν ακόμη μέσα στο μυαλό του.
Τρεις τάξεις από το σχολείο και παιγνίδι στο χωριό, που τότε είχε περισσότερα από δέκα καφενεία, όμως δεν επιτρεπόταν να διαβεί την πόρτα τους κανένας πιτσιρίκος.
Έτσι πέρασε τα πρώτα χρόνια με τους Εγγλέζους, να ρυθμίζουν το καθημερινό στον τόπο και στα μετόχια του Αφιάρτη να γίνεται ο προσφυγικός καταυλισμός για τα υπόλοιπα, τα σκλαβωμένα δωδεκάνησα.
Τα παρακάτω χρόνια ταξιδεύει, με την μάνα του Καλλιόπη, για την Αμερική, μα μια τετραετία μονάχα αφήνει ο πατέρας του, Μηνάς, το μικρό γιο,να νιώσει Αμερικανάκι.
Μόλις καταλαβαίνει πως το σύστημα, θα απορροφήσει το παιδί του, θα τον αλλοτριώσει και θα χάσει την Ελληνική ταυτότητα του, τους στέλνει πίσω, με την ελπίδα ο μοναχογιός να μην χάσει τον έρωτα για τον μικρό τόπο, την Κάρπαθο.
Τα χρόνια τσούλησαν σαν ρόδα σε κατηφοριά, δίχως καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια και ο δεκαοκτάχρονος πια Γιώργος με τελειωμένο το πειραματικό σχολειό, στον Πειραιά, την μετέπειτα Ιωννίδιο και με δάσκαλο στο σπίτι τον αυστηρό Μενετιάτη, Νικόλαο Χαλκιά, ξαναταξιδεύει για την Αμερική. Αυτή τη φορά διαλέγει τα οικονομικά και το New York college.
Εκεί έγινε και μια μοιραία γνωριμία, που σήμερα κρατά το μυαλό του αναμμένο και πιο ενεργό από ένα έφηβο, από ένα αμούστακο παληκαράκι.
Στα καφενεία της Πενσυλβάνιας, “τράκαρε” με τον βαλέ, την ντάμα και τον ρήγα.
Όχι, δεν έγινε τζογαδόρος, ούτε ξόδευε μια περιουσία πάνω στα τραπουλόχαρτα, έμαθε το παιγνίδι που απαγορευόταν για τους πιτσιρίκους, από τότε, στα μικρά του, στην Κάρπαθο, όμως τα πρόσωπα που κρατούσαν κάρτες είχαν ένα μυθικό συμβολισμό μέσα στο μυαλό του.
Στο πάνω καφενείο, απέναντι από του Μπούλη, ήταν ο καφενές του Μπερμπέρη, για την ακρίβεια του θρυλικού Μπερμπέρη,που ήταν της Μαριγούλας Νικητιάδη ο πατέρας, εκεί μέσα μοναχά οι πρωταθλητές έπιαναν την τράπουλα και οι ανίδεοι περαστικοί ούτε το κατώφλι δεν περνούσαν, σαν είχε στρωμένη τετράδα.
Ο Γιώργος όμως, διδάχθηκε το παιγνίδι από εξίσου σπουδαίους Μπιλοταδόρους, έμαθε σωστά τους κανόνες από το γνωστό “πανεπιστήμιο”, του Μπρούκλυν, εκεί οι Σποίτες και οι Ολυμπίτες, ήταν στρωμένοι πάνω από τα χαρτιά και με μπαρί των Βάσο Χατζηγεωργίου, έγινε αληθινός παίχτης.
Τύχη υπάρχει παντού, όμως η Μπιλότα είναι επιστήμη, αν μάθεις τους νόμους της σωστά τότε δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς, εκείνος που ανοίγεται στραβά και άκριτα ανταγωνίζεται, είναι σίγουρα ο χαμένος.
Επιμένει, τα χαρτιά δεν είναι ζάρια, αγοράζεις όταν έχει γερό τζόγο, παίρνεις τα ατού και με αυτά έξω, όλη η δύναμη μαζεύεται στους άσσους.
Οι φάσεις πρέπει να φύγουν από τη μέση. Ο μπαρής δεν πρέπει να βγαίνει από πάνω, δεν είναι το αφεντικό όταν ανοίγω εγώ! Ίσα να φύγουν τα ατού και για να γίνουν οι άσσοι.
Όσο τα περιγράφει τόσο ανάβει η φωνή του, όσο δίνει ζωή σε άψυχα τραπουλόχαρτα, τόσο γεμίζει ενέργεια και φαίνεται νεώτερος.
Με όσες λέξεις ντύνει το παιγνίδι, τόσα είναι και τα στοιχήματα, μακαρονάδες και κεράσματα, που έχασε για να μάθει, να κρατά την τράπουλα.
Επαναλαμβάνει, ο άσσος χάνεται, αν δεν γίνει από νωρίς, ποτέ δεν ξαναγίνεται.
Η γυναίκα του Μαργαρίτα τον καμαρώνει, παράτησε για κείνον το πανεπιστήμιο, την ιατρική Αθηνών και την πιθανή καριέρα της, όλοι στο νησί έλεγαν για το μυαλό της που έκοβε από τότε έκοβε σαν ξυράφι.
Παντρεύτηκαν στο Άγιο Κωνσταντίνο, στο κέντρο του Πειραιά, το 1965.
Τρία παιδιά, όλα παθιασμένα με την Κάρπαθο όπως ο πατέρας και η μάνα. Όταν στο τέλος του 68, βρέθηκε η ευκαιρία στο Λαγονήσι, κτήμα πάνω στη θάλασσα, ένα σπουδαίο κελεπούρι, αρνήθηκαν την αγορά για να μην βρεθούν κάποτε στη θέση να διαλέξουν. Η επιλογή έχει γίνει από την γέννηση, είναι μια η σταθερή και δεν χωρά φτιασιδωμένες λέξεις και κουβέντες.
Η Κάρπαθος, είναι ο τόπος, εκεί όπου τα πατρογονικά άφησαν να τριγυρνά ανέμελα η ψυχή τους.
Δεν στριφογυρίζει σήμερα στην Αμμοπή ο Γιώργος, το 1985 έκοψε με μαχαίρι τις αποσπερίες, αφού οι άγνωστοι, περαστικοί τουρίστες, έγιναν περισσότεροι από τους μόνιμους κατοίκους.
Ο Μιχάλης Μαλλόφτης, ο ψαράς Νικολής Οθείτης και ο Γιώργος Χατζηδάκης.
Αυτοί ήταν οι τελευταίοι βασιλιάδες της Αμμοπής, που και τα ψάρια ακόμα ψιθυρίζαν το δικό τους όνομα, πάνω στις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού.
Λογαριάζει τις μέρες, περνούν πιο αργά όταν είσαι μακριά από το νησί, μα όταν ξανοί(γ)εις στη Χόμαλη, περπατάς βιαστικά στη κάτω πλατεία, πας για Μπιλότα στο καφενείο, ή περνάς με ψώνια από το Πανόραμα της Ζόκλας στον Καρακαλά, τρέχουν σαν θεοπάλαροι, οι δείκτες του ρολογιού, σαν να κυνηγιούνται πρόστυχα μεταξύ τους.
Ο Γιώργος Χατζηδάκης αναδείχθηκε πρώτος Champion στο ιστορικό 1ο Τουρνουά Μπιλότας το 2009 με μπαρί τον Φράνκη τον Διακονή.















