Ένας Καρπάθιος μετανάστης στην Πελοπόννησο.
| Ήταν στα χρόνια του ΄50, μετά από τον εμφύλιο, όποιος Δωδεκανήσιος ανέβαινε επάνω, στην Αθήνα, ξενιτευόταν με την αγωνία του μεροκάματου, έβλεπε τους στεριανούς Έλληνες, σαν μισοκακόμοιρους και δυστυχισμένους. | ||||
|
||||
|
Ούτε που ήθελε να αφήσει τα νησάκια, να παρατήσει το πάλεμα με τη θάλασσα και τα στοιχειά της φύσης, για να πλακώνεται μέσα σε κουβέντες, σε χρωματιστούς, ξένους ιδρώτες, από εκείνους που δεν βγαίνουν από τα ρούχα, σαν το σταμπωτό λεκέ, τελειωμένου λαδιού, το κατακάθι βρώμικου πυρηνέλαιου. Έτσι κι ο Νίκος Χατζηγεωργίου, ήταν δεν ήταν στα 16, όταν μάζεψε μερικά πανωφόρια, ένα ζευγάρι παπούτσια και συνεπήρε για την πρωτεύουσα. Είχε ταλέντο, έπιανε ξύλο, δεν το πονούσε, το χάιδευε όταν το καπλάνιζε, άναβε το ξερό του κύτταρο, έβαζε μικρούλες φλέβες πάνω στους ρόζους του. Ένα πρόθυμο παιδί, ακόμη δεν παιρνιόταν για μάστορας, με τα λιγοστά γράμματα, τα λίγα, τα μισακά ιταλικά και το πλατύ χαμόγελο, βρέθηκε γρήγορα σε μια σταθερή δουλειά. Είχε ήδη ξεκινήσει να χτίζεται το φράγμα του Λάδωνα, στην θέση “Πήδημα”, όνομα και πράμα για τους εργάτες, δέκα χιλιόμετρα από το κεφαλοχώρι Τρόπαια, στην Γορτυνία, που από τότε λεγόταν Ευρωπαϊκή, γιατί την προτιμούσαν οι παλαιοί Θεοί. Εδώ στα ορεινά της Αρκαδίας, ανάμεσα στον Λούσιο, τον Λάδωνα και τον Αλφειό, ο πρώτος των πρώτων, ο Δίας ερωτεύτηκε την Ευρώπη, μεγάλος έρωτας, κάτω από ένα πλάτανο, που από τότε παραμένει αειθαλής, έκαμαν δυό παιδιά, τον Μίνωα και τον Ροδαμάνθη, που βρήκαν εύκολα, μια ξεχωριστή δουλειά, που κανείς δεν θα μας πει αν την κάνουν με σύνεση, γίναν οι κριτές στον κάτω κόσμο, στις πύλες του Άδη, κάνουν από τότε, το μοιραίο μας ξεσκαρτάρισμα. Μα στα χρόνια του Νικόλα, ακόμη σφαζόταν ο κόσμος από τον εμφύλιο, εκείνος κατέβηκε στην Πελοπόννησο και βρήκε τους συντοπίτες του, τους Καρπάθιους, εκείνους τους συγγενείς που τον ξεσήκωσαν, του μίλησαν για γερά μεροκάματα και μπόλικη δουλειά. Τότε δεν τρόμαζε το δωδεκάωρο, ούτε υπήρχαν αργίες και ρεπό, βλέπεις η πείνα έκλεινε τα στομάχια και δεν υπήρχε μυαλό και σκέψεις για εργατικό δίκαιο και αγώνες. Μετακόμισε λοιπόν ο Νίκος στα Τρόπαια, λίγο πέρα από το κατασκευαζόμενο φράγμα. ![]() Δούλευε με τους Ιταλούς σχεδιαστές και πρωτομάστορες, κάρφωναν μεγάλες σκαλωσιές, 400 μέτρα το ύψος, καλούπωναν 14 ώρες την μέρα, ετοιμάζοντας τα πηγάδια, τους υπερχειλιστές, που από εκεί σήμερα βγαίνει με ορμή το νερό του Λάδωνα, κάνει ρεύμα την ενέργεια του νερού, από τότε έχει ηλεκτρικό όλη η Πελοπόννησος. Πρώτος μισθός 3.000.000 δραχμές, τότε έπαιρνε τα χαρτονομίσματα σε κούτες, ήταν οι εποχές που το πληθωριστικό χρήμα έβαζε πολλά μηδενικά, μα ήταν όλα άχρηστα παλιόχαρτα. Έστελνε και στο νησί κάθε μήνα, μερτικό στην υπόλοιπη φαμίλια, που περίμενε με ανοιχτό στόμα. Το 1953, ήταν για εκείνον μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Δεν είχε χρόνο για χαζέματα, περιττές οι σκέψεις για τον εαυτό του, ύπνο, δουλειά, ύπνο, σε κάτι Κυριακές που έμενε το απόγεμα ελεύθερο τύχαινε να περπατήσει λίγο, μέσα στα γύρω χωριά, έπεφτε πάνω στις ιστορίες του εμφυλίου. Στο ένα χωριό τα παιδομαζώματα, στο παραδίπλα έβλεπε κοπέλες σαν τα κρύα νερά, που λίγα χρόνια πίσω ήταν παθιασμένες κομμουνίστριες και παρακάτω μάθαινε για ρουφιάνους και δοσίλογους που ξεκλήρισαν ολόκληρες οικογένειες, δίνοντας ονόματα αδελφών και ξάδελφων για να συμπληρωθούν μαύροι ή κόκκινοι κατάλογοι. Εκεί γνώρισε την ριμαγμένη χώρα. Δεν είχε τέτοια, παράλογα μαχαίρια στο νησί, έσκυβε το κεφάλι στον παράξενο χωρισμό των ανθρώπων, προσπερνούσε γεμάτος ερωτηματικά, τον έπνιγε η δίψα για ζωή. Το φράγμα που είχε ενταχθεί στις πολεμικές αποζημιώσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας, προς τη χώρα μας από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, απασχολούσε πάνω από 2.000 τεχνίτες. Οι Καρπάθιοι ήταν περίπου 100, από όλα τα χωριά του νησιού, μάστορες, πετράδες, χτίστες και μαραγκοί όπως ο Νίκος ,που δεν χασομερούσαν, μέσα στην χαράδρα του βουνού Αφροδίσιου, αυτή που μεταμορφώθηκε σε τεχνητή λίμνη, μήκους 15 χιλιομέτρων και επιφάνειας 6000 στρεμμάτων. Πολλές μνήμες συντροφίας, παρέας και διασκέδασης δεν μάζεψε, μα και πως να βρεθούν, αφού η δουλειά τσίτωνε το νεανικό σώμα, τόσο που μόνο τροφή και ύπνο αναζητούσε. Χρόνια δύσκολα μα ευτυχισμένα, γεμάτα δουλειά, λεφτά και δράση, μα έτσι πρέπει να είναι τα νειάτα. Χάζευε τους ντόπιους που κοινούσαν από τα παραδιπλανά χωριά, έφθαναν στην αρχή της κάθε εβδομάδας, ποδαρόδρομος, 4-5 ώρες, ένα μαντήλι με μια ρέγγα τυλιγμένη, ένα μεγάλο ξεροκόμματο και ένα μπουκάλι λάδι. Ήταν η μάσα της βδομάδας, έξι μέρες δουλειά, την Κυριακή θα κινούσαν για πίσω, να μπαλώσουν τα διαλυμένα ρούχα και να αφήσουν δυό δραχμές στην φαμίλια, που με ανοιχτό το στόμα ψωμολύσσαγε. Το έργο ήταν δύσκολο, ξέσκιζαν το βουνό, πάλευαν με την πέτρα, μα δεν τους έκανε εύκολα την χάρη να εγκαταλείψει το πόστο της. Με τους Ιταλούς μηχανικούς και αρχιτέκτονες, έψαχναν τα καλύτερα σημεία για να ξετρυπήσουν και ύστερα και κλείσουν το νερό μέσα στην αγκάλη του, μερές που γίναν μήνες και έπειτα χρόνια. Κοντά στα τρία, πάλεψε με τα ξύλα ο Μενετιάτης, έμαθε να δουλεύει το πριόνι, την κορδέλα χωρίς, ευτυχώς, να μαγκώσουν τα δάχτυλα πάνω στα σίδερα. Μα δεν σκάλωσε ούτε η καρδιά του εκεί, περαστικός αισθανόταν, από τότε που έφυγε, όλα ήταν ασπρόμαυρα, λίγο στεκόταν, μα μόλις ξαπόσταινε και ένιωθε την τσέπη να βράζει από χρήμα, γυρνούσε το κεφάλι, έκανε μια και έσερνε στα στενά της μνήμης, μάτια και αυτιά στις Μενετές, τόσο που το καθημερινό το έτρεχε, γρήγορα, σαν ταινία βουβού κινηματογράφου. Μονάχα ο Ζωγραφάκης, από όλους τους εργάτες, άνοιξε μάτια και καρδιά, ερωτεύτηκε στον τόπο που τους φιλοξενούσε, έκαμε και γάμο μα δεν είναι το μυστήριο που τον έκανε και χαμογελά, μα να είναι που σαν κόπασε το γλέντι, μείναν μονάχοι οι νησιώτες και στήσαν δικό τους πανηγύρι με λύρες και λαούτα, έτσι μοναχά ξέδιναν κι ας ήταν μέσα στα βουνά και μακριά από την αλμύρα της θάλασσας. Οι 500 ώρες το μήνα έφερναν 3.000 δραχμές, είχε κόψει στο μεταξύ ο σωτήρας Μαρκεζίνης, τα μηδενικά από τα χιλιάρικα, τα τετρακόσια μέτρα της σκαλωσιάς σχεδόν ολοκληρώθηκαν και τα 9,5 χιλιόμετρα γαλαρίας είχαν τελειώσει. Αν φέρνει κάτι στο μυαλό από την ξεχασμένη ιστορία δεν είναι ο αγώνας για να τελέψει η δουλειά, ούτε οι λίρες, που έκαμε σαν έμαθε πως πρόκειται να ανέβει ο χρυσός, τι να το κάμεις, όλα είναι φάδια της κοιλιάς, μόνο το ψωμί στημόνι. Όπως όλοι οι Καρπάθιοι, πέρασε και αυτός από το μεγάλο έργο και ξεχάστηκε, σαν το νερό που συνεχίζει να τρέχει, τρέχει και ξεπλένει κάθε πατημασιά, ανθρώπινη, ακόμα και τα μεγάλα Θεικά βήματα σβήνουν. Είναι που το μαντολίνο, που τότε πρωτοαγόρασε, δεν πρόλαβε να το το κάμει να τραγουδά στα χέρια του, πέρασαν κοντά σαράντα χρόνια, για να κάμει το όνειρο μεράκι, καθημερινό ρούχο. ![]() Σήμερα πιάνει τα όργανα, το μαντολίνο και την λύρα, αυτά που φτιάχνει, που σκαρώνει πια μοναχός του, τα κάνει να βγάζουν λεξούλες, να ορθώνουν φωνή, τόσο που να μας συγκινούν, όλους εμάς τους ανίδεους από στραβές και ίσιες δοξαριές. Η ίδια μουσική μας παρασύρει, μα δεν είναι το τραγούδι, ούτε ο ρυθμός, είναι η κρυμμένη ιστορία του Νικόλα Χατζηγεωργίου, δίπλα στις νότες του, βγαίνουν εικόνες μιας άγνωστης διαδρομής, σαν του Λάδωνα, που κατεβάζει ένα νερό κρύσταλο και σε παγώνει μόνο με την σκέψη του. |

















