Όλα για μια ρημάδα ταυτότητα.
| Ήβλεπα μιαν ημέρα στον ύπνο μου, πως επορπάτου καουριστά, κι επήενα πέρα δώθε, μέσα στο κούρπιθα. Σε μια στιγμή, τι α θαρρείς, ήπεσα, σκόνταψα πάνω στα πόδια του παλαρού του Καλαϊτζή. | ||||
|
||||
|
Φοήθηκα, τόσο που καμα να φύω τα πίσω κώλου, μα έ μ’ ηφυνε να πορπατίξω ούτε μια στάλα καουριστά, μι πιαε από τη πάνω μερά της κεφαλής, εσπαρταρούσα σα το ψάρι κι εσίστει ούλος ο σταύλος από τη βροντερή φωνή του. Ήρτα να σου κάμω την ιστορία μου, παίϊ μου, θυμούμαι που με κοροίδευγκες όταν σου παράστενα την ζωή μου, τώρα θα σου τα ξαναμάθω, για να θυμάσαι και να μην τα ξεχνάεις. Εσταυροκοπήθηκα κι φτυσα το κόρφο μου, τρείς, μην ήτο τέσσαρες φορές, μα ο σατανάς που επετάχτει σαν να το Λίλιρας, εν ήλεε να φύει. Αρκίνισε να μου μιλά, να παρασταίνει με όλα τα κανιά του: εφαώθει η γυναίκα μου με την μούγρα της, να πάω τσαί στο Αφκιάρτη, να πάω να συνάξω το χωράφι και τα πράματα, ήτο το καθέρος και όλοι οι συχωριανοί εκάμανε τι βουλειά τους, μοναχά εγώ, είχα ξομείνει πίσω, στου καφενέ τη στάση. Εν ε βάσταξα τη μούγρα της, το βράι σύναξα τα σύεργα και έκαμα το τουβρά μου. Μενεδιάτισσα γυναίκα, προκομένη, ήφτιαξε κι εκείνη αχεροτουβρά, με φόρτωσε 3 οκάες ψωμί, δυο ρέγγες και ένα κοπάϊ τσαρντέλες. Ήβαλε και αντιβρασία μακαρούνες που ‘χασει περιτσέψει, ανακάτεψε και κρέας του αγιού, μιάλι χάρη του, που ελιώπο το τρώαμε για να φτάσει. ![]() Ήκοψα πρι φέξει για τον Αφκιάρτη, μόλις ετραβήξαμε, εγώ και το χτήμα, το δρόμο πίσω από το Λατσί, ήβγκε ο ήλιος κι ήκαψε μου τα μάδια. Εκιά, στο μισοστράτι, είπα κατά τα μέσα μου, ρετζίλι θα ηνώ ο λωλός, να καναλώ, ούλα τούτα στον Αφκιάρτη, ε και κάισα στο δροσιό και τα φαα ούλα, ήκαμα πάστρα τους τουβράες. Ύστερεις επήα στον Αφκιάρτη, δούλεψα μιαν εβντομάα, μα έν ήφαα τίποτα, ύρισα πισω το Σάατο, λουός, εφτακακόμοιρος κι φαά ούλο το κόσμο, εν ήφυσα μήτε το λάι στους πιδιακούς. Άνοιξα τα μάτια μου ξαφνικά, η βροχή έκανε τόσο θόρυβο που με ξύπνησε πάνω στο καλύτερο, ακού “καουριστά να πορπατώ στον κούρπιθα και να με τσακώσει ο θεοπάλαρος ο Καλαϊτζής” και όλα σε μια διάλεκτο, στα Καρπάθικα, που αν την μιλάς στην μεγάλη πόλη, σε προσπερνούν και σταυροκοπιόνται. Απίθανο το όνειρο, σκέφτηκα. Έκλεισα ξανά τα μάτια μου, μα ο Μορφέας δεν έλεγε να μου κάνει τη χάρη. Η μαντινάδα, καρπός έρωτα από την γυναίκα του Καλαϊτζή, σαν πετρακίδι, αντιλαλλούσε μέσα στα αυτιά μου: Ο χτίστης ήτο το χτικιό κι ο μαραγκός μαράζι και το Καλαϊτζόπουλο μες τη καρδιά με σφάζει. Ξένος, ένας γυρολόγος, που πήγε για μεροκάματο στην Κάρπαθο ο θεόρατος Καλαϊτζής. Γανωτής μπακιρένιων σκευών, τριγυρνούσε τα χωριά και μάζευε από τις νοικοκυρές τετζερέδια, κατσαρολικά και μπρίκια, εκείνα που τα είχε φάει η πράσινη σκουριά. Τα επικάλυπτε με κασσίτερο, το πασίγνωστο καλάι (kalayci) στα Τούρκικα, έτσι βγαίνει και το όνομα, το παρατσούκλι, που τον έκαμε γνωστό. Κόλλησε με το κεφαλοχώρι, τις Μενετές, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε και από περαστικός, τυχαίος τυχοδιώκτης, απέκτησε φαμίλια και ταυτότητα. ![]() Ο Μανώλης, γιατί Μανώλης ήταν το όνομα του, έφυγε αθόρυβα, όπως φεύγουμε όλοι, μαζί του πήρε και την τέχνη του, γυρολόγος, γανωματής πια δεν υπάρχει. Σήμερα τα κουζινικά δεν έχουν ανάγκη από τρίψιμο για να φύγει η περίεργη σκουριά. Ατσάλινα, κινέζικα εργαλεία, απέθαντα, εφτάψυχα μας προκαλούν, προετοιμάζουν για ένα μεγάλο ψέμα, μια αόριστη αθανασία σώματος. Σκουριάζει, ψοφά μοναχά η κοντή πια μνήμη μας, που ψάχνει το μάστορα της, τον Καλαϊτζή που θα την καθαρίσει. Θα ξεβγάλει το περιττό, αυτό που δεν είναι, ούτε και θα γίνει ποτέ, μια δικιά μας, προσωπική εμπειρία, αλλά έντεχνα ήρθε και κόλλησε σαν στρείδι επάνω μας. Στην δικιά μας, την Καρπάθικη ντοπιολαλιά, είναι οι λέξεις, η ατέλεια μας, που κάνουν την κάθαρση γρήγορη και απλή. Στήνουν χορό τα γράμματα, κάνουν την γλώσσα μια μικρή νεράιδα και δεν μας αφήνουν να πνιγούμε στο ποτάμι μιας περίτεχνης παγκοσμιοποίησης με μοναδικό στόχο την κονόμα, το κέρδος. |

















