Ένα Παραμύθι.
| Μια βολά κι ένα καιρό ... | ||||
|
||||
|
... είχε μια κόρη κι ελέατη Θεοχάριτη. Μιάν ημέρα η μάνα της εκάετο στο μπαρκόνι κι ήλεε: Ήλιε μου και κύρ Ήλιε μου και κοσμογυριστή μου το κόσμον απού γύρισες είες ώσάν και μένα; Λέει της ο ήλιος. Η κόρη σου είναι η πειό όμορφη και πιάσετη και φύετε. Και πήαινε και πήαινε και πέρασαν από μια σπηλιά και ήβγαλέ τους η στράτα σε ένα πύργο, απούχε μέσα σαράντα δράκους, αμέ λείπασι κι είχε σαράντα πιάτα γεμάτα κι ήφαε μια κουταλά, απ ούλα τα πιάτα. Ύστερα επήεν η κόρη εις τα κρεβάτια, και ήθωκε εις του πειό μικρού, τσ ήρταν οι δράκοι και φωνάζασι. Ανθρωπινό κρέας μυρίζει. Ξανοίουσι τα πιάτα κι ήλειπε μια κουταλά απο τον καθένα και ξανοίξαν και τα κρεβάτια κι ηύρα τη κόρη κι εκοιμάτο στού πειό μικρού το κρεβάτι. Είπασι να τη φά(ν) αμέ ο μικρός εφώναζε κι ήλεε. Ας την αφήσουμε να κάωμε μιάν αερφή αφού δεν έχουμε. Κι εφήατη κι ήρχουτο κάθε βράδυ και φέρνα της ότι ήθελε, από ένα φιστίκι σαράντα φιστίκι και από ένα φουστάνι σαράντα φουστάνια. Ύστερα ήβγεν η μάνα της στο μπαρκόνι κι ήλεε: Ηλιε μου και κυρ ήλιε μου και κοσμογυριστή μου το κόσμον απού γύρισες είες ώσάν και μένα; Λέει η κόρη σου η Θεοχάριτη είναι η πιο όμορφη από σένα, Λέει η μάνα του. Ακόμη ζή; Ζή και βασιλεύγει και σε μιάλο πύργο είναιΚαι πήε και ήλλσξε φορεσιά και πήε κι επούλα κτένια κι έκανε την εμπόρισσα. Και πήε στο πύργο κι είπε της κόρης. ΄Επαρε μια χτένα της λέει. Εγώ δε θέλω της λέει η κό0ρη και φέρνου μου τα αδέρφια μου κι ο καθένας να μου φέρει μια έχω σαράντα. Δε πειράζει κόρη μου, της λέει, με πάρε μια πούμαι φτωχή. Και πήρεν η κόρη μια και πήε να χτενιστή κι η χτένα ήτο μια μα(γ)εμένη κι ήπεσεν η κόρη και πόθανε. Σαν ήρταν οι δράκοι και την εί(δ)αν ποθαμένη εχολιάσα και ξανοίασι και είαν τη χτένα και βγάλατη από τα μαλλιά της και ζωντάνεψεν η κόρη. Ήβγε πάλι η μάνα της στο μπαρκόνι κι ήλεε, ήλιε μου και κύρ ήλιε μου και κοσμογυριστή μου το κόσμον απού γύρισες είες ωσά κι μένα; Λέει της η κόρη σου η Θεοχάριτη είναι πιο όμορφη από σένα.Λέει του, ακόμη ζεί; Ζή και βασιλεύγει και σε μιάλο πύργο κάεται. Κι ήπιασε πάλι κι επούλα ζώνες και μάγεψε μια και την ήβαλεν η κόρη της και πόθανε. Κι ήρτα πάλι οι δράκοι κι ηύρατη ποθαμμένη και βγάλα τη ζώνη και ζωντάνεψε. Επήε πάλι η μάνα της κι ήωκέ της ένα μήλο μαγεμμένο κι ήφαέ το και πόθανε. Εσηκώσατην απάνω κι ήπεσετο μήλο που το στόμα της αμ η κόρη ήτο ποθαμένη Μη(τ)ε κι εγώ μουν εκεί μή(δ)ε και σείς να το πιστέψατε. από το βιβλίο Καρπαθιακά σελ.296 |















