Η Κάρπαθος της καρδιάς μας
| Οταν ένα γλυκό δειλινό, σπρωγμένοι από μιαν ακατανίκητη νοσταλγία, αντικρίσαμε ξανά το νησί που σ' αυτό παιδιά ακόμα είχαμε λικνισθεί με τους θρύλλους του και τις παραδόσεις του, η καρδιά μας εσκίρτησε σαν να την άγγιξε ένα χέρι θείο και τα μάτια μας νοτίσθηκαν από τα δάκρυα. Ανεβαίνουμε μαζύ με τους δικούς μας, που ήρθαν να μας πάρουν από το μικρό λιμάνι, τις πράσινες πλαγιές των βουνών και τραβάμε προς το γραφικό χωριό Οθος· εκείνοι μας μιλούν με καλωσύνη και τρυφερότητα, για το σπίτι, για τους δικούς μας, για όλους τέλος! Ο καιρός όμως αλλάζει και τα πράγματα και τα πρόσωπα. | ||||
|
||||
|
Από τη σελίδα: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=74183 Επιλογή-Αρχείο ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΒΕΛΑΚΗΣ§Του Β. Ι. ΧΑΝΙΩΤΗ Αλλοι έφυγαν μακριά για να μη γυρίσουν ποτέ πια, άλλοι πέθαναν, οι μικροί έχουν μεγαλώσει, και νέοι γεννήθηκαν. Αυτές όμως οι απόκρημνες ακρογιαλιές, τα βουνά με τα πυκνά τα πεύκα κυρτωμένα προς το χώμα που πάνω τους περνούν οι σφοδροί ανέμοι και ροβολάνε από τις άγριες ράχες, προς τα βαθειά νερά του πελάγους για να γενούν φόβητρο στους θαλασσινούς, ήταν ανάλλαχτα όπως τα γνωρίσαμε παιδιά, όπως τάχαμε κλείσει μέσα στην ψυχή μας όταν ζούσαμε στα ξένα. Ενα μπουνεντικό σύννεφο, κατεβαίνει από το ψηλό χωριό προς τη χαράδρα κι' από την αντικρινή πλαγιά έρχεται προς εμάς ο σκοπός γνώριμού μας τραγουδιού: Ψηλά βουνά και πράσινα και δέντρα φουντωμένα Κι' όταν αργά μπήκαμε στα στενά σοκάκια του χωριού, οι χωριανοί μάς καλωσώριζαν από τις αυλές και τα παραθύρια, και στο σπίτι μας μας επερίμενε ο άνετος ξύλινος καρπάθικος σοφάς να μας χαρίση ένα γλυκόν ύπνο. Στα παληότερα χρόνια οι Καρπάθιοι ζούσαν στον τόπο τους, ώργωναν τη γη, καλλιεργούσαν τ' αμπέλια και τα δέντρα και έβοσκαν τα ζα τους· κι' όταν το καλοκαίρι, το δροσερό μελτέμι εφούσκωνε τα πανιά των καϊκιών, επήγαιναν προς την Ανατολή για να δουλέψουν λίγους μήνες για να γυρίσουν πάλι πίσω το χειμώνα κοντά στο σπίτι τους και στα χωράφια τους· οι δικοί τους μετρούσαν τον καιρό μέρα τη μέρα. Και πότε θάρτη του Σταυρού, θάρτη τ' Αϊ Νικήτα Αλλοι πάλιν έμεναν εκεί περισσότερο καιρό, έκαναν εμπόριο ή είχαν μπαξέδες και κτήματα που καλλιεργούσαν. Μα τους νεώτερους δεν τους ικανοποιούσε η ήρεμη και μονότονη αυτή ζωή, και με το ζωηρό παλμό να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον, με τον πόθο να γνωρίσουν νέους ανθρώπους και νέες χώρες, ακολούθησαν μακρινούς δρόμους ανάμεσα από τα τρικυμισμένα πελάγη, πέρασαν τον Ωκεανό και τράβηξαν προς την Αμερική, ή ξεμπαρκάρισαν στην Αίγυπτο, ή σ' άλλους τόπους της Αφρικής, στο Κογκό, στη Μαδαγασκάρη, στην Αυστραλία και σ' όλον τον άλλο Κόσμο, με τον ιδανικό πόθο να ξαναγυρίσουν κοντά στους δικούς των· οι μαννάδες εκεί τους περιμένουν, οι αδερφούλες ποτίζουν τις αλιτάνες και τις λεμονιές της αυλής, οι καλές των υφαίνουν και κεντούνε και κάθε στιγμή κάθε ώρα κοιτάζουν με τα ήρεμα μάτια τους γεμάτα από γλυκειά προσμονή την ανοιχτή θάλασσα: Μην αρμενίζουν κάτεργα μην έρχονται καράβια Κι' όταν τέλος γυρίσουν και τους πάρουν στην αγκαλιά τους αυτό θάναι η ανταπόδοση των μόχθων τους στα ξένα. Το Καρπάθικο σπίτι, στον τύπο του Αιγαιοπελαγίτικου σπιτιού - είναι και αυτό τετράγωνο, ορθογώνιο, στεγασμένο με δώμα αρχικά και με κεραμίδια αργότερα, με αυλή τις περισσότερες φορές, στρωμένη με πλάκες, και χογγάκια, με πεζούλα, και με ξεπορτιά ξύλινη, απλή ή ξυλόγλυπτη. Το σπίτι αποτελείται από το μεγάλο σπίτι και το μικρό σπίτι. Σε πολλά σπίτια υπάρχει ακόμη και το κελτί (κουζίνα) και το ανωάκι επάνω από το κελτί, που οδηγεί πέτρινη κτιστή σκάλα εξωτερική, κι' έχει ξύλινο μπαλκονάκι προς το δρόμο και χρησιμεύει για τη διαμονή των ξένων. Τη αυλή θα σκιάζη η κλιματαριά ή η λεμονιά και στις αλιτάνες θ' ανθίζουν γαρούφαλα και βασιλικά, που μια ευαίσθητη κοριτσίστικη καρδιά θα τα φροντίζη και χέρια παρθένας θα τα ποτίζη. Οταν θα περάσετε θα σας φωνάζουν μέσα, θα σας βάλουν στο μεγάλο σπίτι θα σας καθίσουν στο παγκάλλι απάνω σε πολύχρωμα κιλίμια, θα σας φέρουν φρούτα ή ξηρούς καρπούς, αμύγδαλα και καρύδια, σταφίδες και σύκα και Καρπαθικό κρασί από το πιθάρι. Αντίθετα προς την εξωτερικήν απλότητα θα ιδήτε τον εσωτερικό πλούσιο και πολύμορφο στολισμό, τη σοφή εσωτερική διαρρύθμιση σύμφωνα με τις ανάγκες των, τα λαγίνια και τα πιάτα που στολίζουν τα ράφια και τους τοίχους φερμένα από το εξωτερικό, τα πολύχρωμα ντόπια υφαντά και κεντήματα, τις ιδιόρρυθμες μαντήλες του στύλου και του σοφά, τ' άπειρα πλουμίδια που είναι σκαλιστά και ανάγλυφα στα ξύλα του σοφά, στο παγκάλλι· στα ντουλάπια και στη στέγη ακόμη, με θαυμαστήν υπομονή και λεπτήν διακοσμητική αντίληψη. ![]() Μέσα σ' αυτό το σπίτι όταν είναι χαρές, όταν γυρίσουν οι ξενητεμένοι, αντηχούν, η Καρπαθική λύρα και τα λαγούτα, μεθά το κρασί και συνεπαίρνει ο χορός το γοργό του ρυθμό. Ο τραγουδιστής επαινεί την καλή του: σαν το βενέτικο φρουρί όπου μαρδα δεν έχει Κι' όταν το ήρεμο χωριό κοιμάται μέσα στην αγκαλιά της νύχτας στα στενορίμια αντηχούν ώς την αυγή οι σκοποί και τα τραγούδια των ελεύθερων παλληκαριών που γύρισαν από τα ξένα, η φωνή του νέου ακούεται κάτω από το κλειστό παράθυρο: πες μου κόρη που κοιμάσαι πίσω από το παράθυρο μια άγρυπνη καρδιά ακούει και ονειρεύεται το μέλλον. Μα οι χαρές αυτές είναι πρόσκαιρες γιαυτούς· ο χωρισμός εκεί κοντά παραμονεύει. Χωρισμός είναι όλη τους η ζωή και η μοίρα τους είναι να ζουν στα ξένα για να μπορέσουν να συντηρούν το σπίτι τους· τον συλλογίζονται και τον προαισθάνονται το χωρισμό, στη πιο μεγάλη τους χαρά θακούσετε τραγούδια λυπητερά για κείνους που τώρα γλεντούν μαζύ τους κι' αύριο θα πρέπει να φύγουν ξανά μακριά, ή γιαυτούς που λείπουν στα ξενά: άσπρα πουλιά της θάλασσας που χαμηλοπετάτε Το μαύρο καράβι που μας έφερε, ήρθε και πάλι να μας πάρη, οι δικοί μας ήρθαν ώς κάτω στο λιμάνι, σιωπηλοί και δακρυσμένοι. Αλλοι έφευγαν για την Αμερική άλλοι για την Αφρική, για χρόνια πολλά, ο χωρισμός είναι πιο πικρός από το θάνατο, όταν μας έσφιγγαν για τελευταία φορά στην αγκαλιά τους μ' αναφυλλητά, νοιώθαμε τότε όλη την άγρια οδύνη του χωρισμού να μας πνίγη τα λόγια, μια παιδούλα πνιγόταν στ' αναφυλλητό μέσα στην αγκαλιά της μαυροφόρας γιαγιάς της, και δυο αδερφές δεν μπορούσαμε να τις χωρίσουμε. Ακόμα στο μώλο μάς εκινούσαν τα μουσκεμένα μαντήλια τους, τελευταίο αντίο, κι' ύστερα πια δεν τους διακρίναμε, όταν ανοιχτήκαμε στο πέλαγος, είχαν ανάψει μεγάλες φωτιές ψηλά στο χωριό για ύστατο χαιρετισμό, κι' όταν το σκοτάδι έπεσε μέσα στο πέλαγος, ο ύπνος που η κούραση και η συγκίνηση μας ετοίμαζε μας επήρε στην αγκαλιά του. ΥΓ.: Το ταξιδιωτικό στην Κάρπαθο και τα σχέδια που το συνοδεύουν υπογράφει ο ποιητής Βάσος Χανιώτης και δημοσιεύεται στα «Ελληνικά Γράμματα», Αρ. 36, 1 Δεκ. 1928 * |
















