Γ. Μ. Γεωργίου. Αληθινός Καρπάθιος πατριώτης.
| Όταν γνωρίζεις τους ανθρώπους μέσα από γραπτά και κείμενα, σχεδόν πάντα γεμίζεις απορίες, για το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά τους. | ||||
|
||||
|
Στις τωρινές, στραβές μέρες, που η κρίση μαστιγώνει, και μοιάζει επαναλαμβανόμενο κύμα, κάτι σαν τσουνάμια βίαιας θάλασσας, ήθελα τόσο να διαβάσω την άποψη του ιδρυτή της «Καρπαθιακής», Γιώργου Μ. Γεωργίου, για όλα εκείνα που συμβαίνουν και περνούν απαρατήρητα, σχεδόν στο ντούκου, από μια καταθλιπτική πραγματικότητα. Τέτοια εποχή, ταξίδευε πάντα για το νησί, κρατούσε μια στοίβα από σημειώσεις και δεν έχανε χρόνο, έγραφε κάθε καλό ή κακό, και φρόντιζε να «συναντηθεί», να βρεθεί με ολάκερη τη Κάρπαθο. Έμοιαζε να κρατούσε τα μάτια του ορθάνοιχτα και πάλευε, να τραβήξει, όλο και περισσότερες εικόνες. Όχι στα κρυφά και για τον εαυτό του, ούτε καν για το κοντινό περίγυρο. Αλήθεια, ποιες θα ήταν οι σημερινές εντυπώσεις του, από ένα ταξίδι; Θα έβλεπε πρόοδο στο νησί, αλλά και περισσότερους αξιόλογους και ουσιαστικούς τους Καρπάθιους; Ο Γ. Μ. Γεωργίου, είχε ένα παράξενο νοιάξιμο, μια ιδιαίτερη, φλογερή αγάπη για τον τόπο του, τόσο που ξεπερνούσε τα στενά όρια του Καρπάθιου πελάγους. Μπορούσε να κάνει τους Αθηναίους σημαντικούς φίλους του ή άσημους άγνωστους περαστικούς, να χασομερήσουν, να νοιαστούν για το νησί του, ενώ οι συντοπίτες Καρπάθιοι να μπήξουν τα κλάματα, πάνω σε μια μαντινάδα, από κείνες που δίχως να λογαριάζει κόπους, δίχως να ζητά κρυφές ή φανερές πληρωμές, κατέγραφε και μετέφερε σε όλο το κόσμο. Γεννημένος το φθινόπωρο του 1910, στις Μενετές, ολοκληρώνει το δημοτικό σχολείο στα Ιταλικά Δωδεκάνησα και ανεβαίνει με τους γονείς και τα τρία αδέλφια του, στον Πειραιά. Πρωτογιός ο Γιώργος, δεν θα απογοητεύσει, με την επιλογή σπουδών και την αγωνιστική μαθητική στάση του. Διαλέγει την Ιατρική σχολή Αθηνών, που τελειώνει με επιτυχία και ακολουθεί καριέρα του πραγματικά λαϊκού θεραπευτή. Λίγους μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος του 1940, δόθηκε στον Γ. Μ. Γεωργίου η ιατρική άδεια, ασκήσεως επαγγέλματος και ξεκινά την επιστημονική καριέρα του. Αλλά το πάθος για τα Δωδεκάνησα δεν αφήνει φόβους και δεύτερες, μικρές, φοβισμένες σκέψεις. ![]() Ντύνεται στο χακί, εθελοντής, υπίατρος στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων, ανεβαίνει και πολεμά στα Ελληνοαλβανικά βουνά. Μέσα στην κατοχή, εργάζεται στο Τζάννειο νοσοκομείο Πειραιά, όμως συνεχίζει, δεν σταματά, την πατριωτική δράση. Μάλιστα συλλαμβάνεται και δικάζεται με κατηγορία την προδοσία κατά των ιταλών, μαζί με τους Δωδεκανήσιους: Γ.Μαύρο, Ν. Μανούση, Μ. Ζερβού, Γ. Θέμελη, Γ. Μαυρικάκη. Μέτα την απελευθέρωση θα γνωρίσει τη κανακαρά, κόρη του γιατρού Μανώλη Λοϊζου. Η Θεοδώρα είναι μορφωμένη, έχει τελειώσει το ελληνογαλλικό σχολείο, τις καλόγριες του Πειραιά και δεν αφήνει αδιάφορο τον Γεωργίου. Η γνωριμία τους κατέληξε τελικά στη σχέση της ζωής του. Ο Καρπάθικος γάμος τους, έγινε στις Μενετές το Δεκέμβρη του 1945. Μάλιστα κουμπάρος στο γάμο τους έγινε ο στρατηγός θρύλος, Χριστόδουλος Τσιγάντε, που στη συνέχεια έγινε και ο ανάδοχος, ο νονός της πρώτης κόρης του ζευγαριού. Ο εμφύλιος πόλεμος, είχε αναγκάσει τον γιατρό να κρατήσει την γυναίκα του στη Κάρπαθο, ενώ εκείνος μοιράζει το χρόνο του, πότε στη τυρρανισμένη Αθήνα και πότε στο Ελληνικό πια, μα πάμφτωχο νησί του. Παραμονές του 1949, ο Νίκος Μαστρομηνάς έκλεινε τα δώδεκα, δεν ξεχνά και μνημονεύει πάντα το γιατρό, που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο. Με τον παράτυφο να τον έχει κυριεύσει, δεν έδιναν πιθανότητες επιβίωσης στον πιτσιρίκο. Ήταν στα τελευταία του ο Νίκος, όταν βρέθηκε στις Μενετές ο Γιώργος Μ. Γεωργίου. Φώναξαν τον περαστικό γιατρό, μήπως είχε κάτι να προτείνει, αν και όλοι θεωρούσαν το παιδί χαμένο. Εκείνος δεν στάθηκε λιγόψυχα, το πήρε τα πάνω του. Σήμερα δεν ξεχνά, διηγείται με θέρμη, την ιστορία του σωτήρα-γιατρού, μάλιστα δεν ξεχνά, πως λίγο πριν έρθει ο γιατρός – άγγελος, τον ετοίμαζαν για κηδεία. Με το τέλος του εμφυλίου ο Γεωργίου θα φέρει την οικογένεια στον Πειραιά. Συνεχίζει να εργάζεται στο ΙΚΑ και ετοιμάζει το μεγάλο σχέδιο του. Μαζί με τους Ν. Πρωτοψάλτη, Β. Χανιώτη, Α, Φράγκο, το 1952, ιδρύει την εφημερίδα «Καρπαθιακή». ![]() Το πάθος για τον τόπο βγάζει κραυγές, μοιάζει με αγιάτρευτη πληγή, η επιτακτική ανάγκη για επικοινωνία, το ενδιαφέρον για τα κοινά, αλλά πάνω από όλα η προβολή, των αιώνιων, άλυτων προβλημάτων, ενός τόπου που σπάνια ακούγεται. Από τότε δεν σταμάτησε, να γράφει και να δημοσιεύει με θάρρος, αλλά και με μέτρο την λογική και τη σύνεση, κάθε στραβό και ανάποδο, που συναντά μπροστά του. Η πορεία του στα συλλογικά όργανα των αποδήμων αποδεικνύει την βαθιά, αλλά τόσο καθαρή, ειλικρινή αγάπη για το νησί του. Ο μοναδικός σύλλογος που πήρε ενεργά μέρος, ήταν ο σύλλογος των Αποδήμων Μενεδιατών Αττικής, που ήταν και ιδρυτής, ενώ στην εφημ. «Καρπαθιακή» φρόντιζε επιμελώς, όχι μόνο να καταγγέλλει, αλλά κυρίως να προτείνει, να προβάλει τις πιθανές λύσεις, αποφεύγοντας στείρα κριτική και σπορές ατάκτων ανέμων, που πρόσκαιρα παρασύρουν, αλλά δεν οδηγούν σε πρακτικά, ουσιαστικά αποτελέσματα. Τελικά κατάφερε σε σύντομο χρόνο, δίχως να βάζει τα οικονομικά σε ζυγαριές, αφού σχεδόν πάντα τον έβαζαν μέσα, να κάνει την εφημερίδα τον σπουδαιότερο συνδετικό κρίκο, των αποδήμων με την Κάρπαθο. Δύο κρυφά χούγια, φαίνεται να είχε ο πατριώτης, Μενεδιάτης γιατρός. Ήταν πιστός οπαδός του «Εθνικού» Πειραιώς, δεν έχανε τα δύσκολα κυριακάτικα μάτς στο Καραϊσκάκη, για παρέα διάλεγε τον γιό του Μιχάλη. Μάλιστα επέλεγε να βλέπει τον αγώνα από τα θεωρεία των λιγοστών φανατικών Εθνικών, από την θρυλική θύρα 14. Αλλά ήταν και παθιασμένος ψαράς, με τη βάρκα του, τη «Χαρά», λάτρευε να ξανοίγεται μονάχος στον Σαρωνικό, έστω και για ένα γρήγορο, πρωϊνό ψαρεματάκι. Δεν ήταν τα αγκίστρια και τα δολώματα, ποτέ δεν ήταν ο στόχος η ψαριά. Με συντροφιά τη σιωπή της θάλασσα, έδινε σχήμα στις ιδέες, προσπαθούσε να κάνει γραπτό λόγο, τις μικρές και μεγάλες σκέψεις του. Ο γιατρός κατέγραφε με πάθος, την παραδοσιακή μουσική , τις Καρπάθικες μαντινάδες. Με κάθε ευκαιρία το μικρό κασετόφωνο του ήταν πάντα ανοιχτό και ηχογραφούσε, όλη την ιστορία της Καρπάθου. Και πάλι, τίποτε δεν γινόταν για τον εαυτό του, στο κρατικό ραδιόφωνο της εποχής, σχεδόν δύο δεκαετίες ‘50 και ‘60, είχε εξασφαλίσει μια ξεχωριστή, εβδομαδιαία εκπομπή, με ακούσματα και αφιερώματα για το νησί του. Την 1 Οκτώβρη 1958, προχωρά στην έκδοση του πρώτου και μοναδικού βιβλίου του. Ο πρώτος τόμος από τα «Καρπαθιακά», ήταν μονάχα η αρχή, ιδεολόγος αλλά μεθοδικός και αποτελεσματικός, μάζευε πρωτογενές υλικό από όλα τα χωριά. Στεκόταν και κατέγραφε μαντινάδες, παροιμίες, κάθε ενδιαφέρουσα ιστορία γινόταν κτήμα και κρυφό καμάρι του γιατρού. Ο λόγος του καθημερινού Καρπάθιου, έμπαινε στην πρώτη γραμμή χωρίς αποκλεισμούς. Σκόπευε μάλιστα να ολοκληρώσει τα «Καρπαθιακά», μέσα σε τέσσερα βιβλία, το καθένα φορτωμένο με ξεχωριστά βιώματα, πάθη, συναισθήματα, αλλά και ακριβέστατα ιστορικά και απογραφικά στοιχεία, για το κάθε χωριό της Καρπάθου. Ένα ιατρικό λάθος στην ήδη ταλαιπωρημένη υγεία του, γίνεται η αιτία να φύγει αναπάντεχα από τη ζωή, στις 17 Ιανουαρίου 1975, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αντωνίου. ![]() Ο καλός φίλος του, Κωνσ. Μελάς, γράφει με αφορμή το χαμό του Γ. Μ. Γεωργίου, στην εφημ. «Καρπαθιακή»: «Της Δωδεκανήσου ο αγωνιστής, των Μενετών ο βράχος, της Καρπάθου ο δρύς, έπεσε...». |


















